Τρίτη, Οκτώβριος 03, 2006

Μπαλάντες θέλω απόψε...

Μπαλάντες θέλω απόψε για μιά περίλυπη ψυχή. Γιατί θυμάμαι μέλλοντα και καίγομαι σαν το χαρτί. Βάλε το ποτέ και δίπλα κάτι ξύσματα καθημερινότητας. Έτσι θα πάω. Με κάτι από σφιγμένα δόντια πόνου όταν ο χειρουργός κόβει χωρίς αναισθητικό και ντρέπεσαι να κλάψεις. Ω! Κυριακή μέ γεύση από τέλος του κόσμου, μαγικό μινόρε που μ'αφήνεις περπατώντας σε φωτισμένες εθνικές οδούς. Εγώ κατάγομαι απ'το μαύρο των χειλιών της μάννας μου που τρέφει τώρα με τη βροχή χλόη και σαλιγγάρια. Και δεν το ξέρεις. Γιατί τ'αρώματα της μαύρης ρίζας είναι όλα λευκά. Κι είμαι από χρόνια μαθημένος να πενθώ ότι ποτέ μου δεν θα έχω στα λευκά. Μα να που φτάνει κάποτε μια Κυριακή να σε λυγίσει. Που βγαίνει ένα παιδί με τη σφεντόνα στο Θεό απέναντι να τον δικάσει κλαίγοντας με μουσική. Γιατί στο άκουσμα μιας μουσικής θλιμμένης κι ο Θεός δικάζεται. Που ήσουνα Θεέ μου εκεί στα πρώτα χρόνια του ογδόντα; Γιατί όλη αυτή η ομορφιά προς θάνατο; Γιατί ένα πάθος άχρηστο να τρίζει στα οστά μας; Να πεθάνουμε, ναι, να πεθάνουμε, αν είναι να τελειώσουνε αυτές οι κλίμακες των Κυρικών της θλίψης. Δεν

σ' ευχαριστούμε glorioso